ἀδάρκη

ἀδάρκη
Grammatical information: f.
Meaning: `salt efflorescence on the herbage of marshes' (Dsc., Gal.).
Other forms: -ης m., ἄδαρκος m.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Celt.
Etymology: Like Lat. adarca (Plin.) from Celtic, cf. Ir. adarc `horn'; there from Basque adar `horn', with Celt. k-suffix. Pokorny Zeitschr. celt. Phil. 14, 273; 16, 112.
Page in Frisk: 1,19

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀδάρκη — salt efflorescence on the herbage of marshes fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀδάρκης salt efflorescence on the herbage of marshes masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδάρκῃ — ἀδάρκη salt efflorescence on the herbage of marshes fem dat sg (attic epic ionic) ἀδάρκης salt efflorescence on the herbage of marshes masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδάρκην — ἀδάρκη salt efflorescence on the herbage of marshes fem acc sg (attic epic ionic) ἀδάρκης salt efflorescence on the herbage of marshes masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδάρκης — ἀδάρκη salt efflorescence on the herbage of marshes fem gen sg (attic epic ionic) ἀδάρκης salt efflorescence on the herbage of marshes masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • adarce — (Del lat. adarce < gr. adarke.) ► sustantivo masculino Costra salina que se forma en los objetos que bañan las aguas del mar. SINÓNIMO [alhurreca] * * * adarce (del lat. «adarce», del gr. «adárkē») m. Costra salina que las aguas del mar dejan… …   Enciclopedia Universal

  • λίμνησις — λίμνησις, η (Α) [λιμνώ] η λιμνησία, η αδάρκη …   Dictionary of Greek

  • λίμνηστις — λίμνηστις, ήστεως, ἡ (Α) 1. το φυτό κενταύριο το μέγα 2. η λιμνησία,* η αδάρκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < *λιμνηστής < *λιμνηδτής < λίμνη + ηδ τής (< ἔδω «τρώγω»), πρβλ. κριμν ήστις] …   Dictionary of Greek

  • λίμνηστρον — λίμνηστρον, τὸ (Α) λιμνησία*, αδάρκη. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού λιμνηστρίς, κατά τα ουδέτερα σε ον] …   Dictionary of Greek

  • λιμνήσιος — α, ο (Α λιμνήσιος, ία, ον) [λίμνη] νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε λίμνη ή προέρχεται από λίμνη («λιμνήσια ψάρια») αρχ. 1. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Λιμνήσιος ονομασία βατράχου στη Βατραχομυομαχία 2. (το θηλ. και το ουδ. ως ουσ.) ἡ… …   Dictionary of Greek

  • λιμνήστινον — λιμνήστινον, τὸ (Α) [λίμνηστις] φάρμακο παρασκευασμένο από λιμνησία*, από αδάρκη …   Dictionary of Greek

  • λιμνηστρίς — λιμνηστρίς, ίδος, γεν. και λημνίτιδος, ἡ (Α) λιμνησία,* αδάρκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < *λιμνηστήρ + επίθ. τρις (πρβλ. αρυστήρ: αρυστρίς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.